κατσαρόλα


κατσαρόλα
[кацарола] ουσ. Θ. кастрюля.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κατσαρόλα" в других словарях:

  • κατσαρόλα — η (λ. ενετ.), μαγειρικό σκεύος: Βράζει νερό στην κατσαρόλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατσαρόλα — η μαγειρικό σκεύος με μία μακριά ή δύο μικρές λαβές. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. cazzerola] …   Dictionary of Greek

  • ατσίκνιστος — και ατσίκνωτος, η, ο 1. (για φαγητά) αυτός που δεν έπιασε τσίκνα, που δεν κόλλησε στην κατσαρόλα 2. (για χώρους) αυτός που δεν μυρίζει τσίκνα …   Dictionary of Greek

  • εξαύω — (I) ἐξαύω (Α) [αύω] βγάζω, ιδ. από την κατσαρόλα. (II) ἐξαύω (Α) [αύω] θερμαίνω. (III) ἐξαύω (Α) [αὔω] ξεφωνίζω, κραυγάζω …   Dictionary of Greek

  • ιπνός — ἰπνός, ὁ (ΑΜ) κλίβανος, φούρνος, καμίνι («ὅτι ἐπὶ ψυχρὸν τὸν ἰπνὸν Περίανδρος τοὺς ἄρτους ἐπέβαλε», Ηρόδ.) αρχ. 1. κυρίως ο κλίβανος με τον οποίο θέρμαιναν το νερό στα βαλανεία (λουτρά) και συνεκδ. ο χώρος στον οποίο βρισκόταν ο κλίβανος, το… …   Dictionary of Greek

  • κέρνος — Τελετουργικό αγγείο της αρχαιότητας. Είναι γνωστό από τους προϊστορικούς χρόνους, όμως απέκτησε τυποποιημένη μορφή σε μεταγενέστερες εποχές. Στο πάνω μέρος του υπήρχαν μία ή δύο σειρές μικρών αγγείων που ονομάζονταν κοτυλίσκοι. Το αγγείο αυτό… …   Dictionary of Greek

  • κατσαρολικά — τα [κατσαρόλα] το σύνολο τών μαγειρικών σκευών …   Dictionary of Greek

  • κατσαρόλι — το μικρή κατσαρόλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατσαρόλ α + υποκορ. κατάλ. ι (< ιον)] …   Dictionary of Greek

  • κούλουμα — Γιορτή την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας, που χαρακτηρίζεται από ομαδική έξοδο στην ύπαιθρο και χαρακτηριστικά έθιμα. Η λέξη αναφέρεται με διάφορους τύπους, όπως κούλουμπα (Κλειτορία Πελοποννήσου), ανακούλουμα (Ιθάκη), κούλουμες (Λεύκτρα… …   Dictionary of Greek

  • μπακιρένιος — ια, ιο [μπακίρι] αυτός που έχει κατασκευαστεί από χαλκό, χάλκινος («μπακιρένια κατσαρόλα») …   Dictionary of Greek